Στις 06 – 15 Απριλίου 1896, πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα, οι
πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, μετά την αναβίωση τους στη σύγχρονη εποχή. Η
απόφαση, η Αθήνα να διοργανώσει τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς
Αγώνες, πάρθηκε στις 23 Ιουνίου 1894, στο Παρίσι, σε συνέδριο που
διοργάνωσε ο Γάλλος παιδαγωγός και διανοητής Πιέρ Ντε Κουμπερτέν. Στο
ίδιο συνέδριο ιδρύθηκε και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ).
Ο Πιέρ Ντε Κουμπερτέν, είχε προτείνει οι πρώτοι σύγχρονοι
Ολυμπιακοί Αγώνες, να πραγματοποιηθούν στο Παρίσι, αλλά θα έχαναν την
αίγλη τους, επειδή θα συνέπιπταν με την Διεθνή Έκθεση που θα
διοργανωνόταν στο Παρίσι την ίδια περίοδο. Μετά, όμως, από σύντομη
συζήτηση με τον Έλληνα εκπρόσωπο Δημήτριο Βικέλα, ο Κουμπερτέν
πρότεινε την Αθήνα. Ο Δημήτριος Βικέλας επισημοποίησε την πρόταση στις
23 Ιουνίου και οι εκπρόσωποι ενέκριναν ομόφωνα αυτή την απόφαση, μιας
και η Ελλάδα ήταν ο επίσημος τόπος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων
κατά την αρχαιότητα.
Κεντρικός χώρος της διοργάνωσης ήταν το ανακαινισμένο από τον
επιχειρηματία Γεώργιο Αβέρωφ, Παναθηναϊκό Στάδιο όπου διεξήχθησαν τα
αγωνίσματα της άρσης βαρών, της γυμναστικής, της πάλης και του στίβου,
ενώ πραγματοποιήθηκαν και οι τελετές έναρξης και λήξης. Από τον
Μαραθώνα ξεκίνησε ο Μαραθώνιος και το ατομικό αγώνισμα ποδηλασίας σε
δημόσιο δρόμο. Στο Λιμένα Ζέας διεξήχθησαν όλα τα αγωνίσματα της
κολύμβησης. Στο Ζάππειο Μέγαρο πραγματοποιήθηκε το αγώνισμα της
ξιφασκίας. Στο ποδηλατοδρόμιο του Νέου Φαλήρου τα αγωνίσματα της
ποδηλασίας πίστας και κάποιοι αγώνες αντισφαίρισης, στο Σκοπευτήριο
Καλλιθέας το αγώνισμα της σκοποβολής και στα γήπεδα του Ομίλου
Αντισφαίρισης Αθηνών, το αγώνισμα της Αντισφαίρισης.
Η Αθήνα, θέλησε να διεκδικήσει τους επετειακούς Ολυμπιακούς
Αγώνες του 1996, μιας και είχαν περάσει εκατό χρόνια από τους πρώτους
σύγχρονους και μοναδικούς έως τότε που έγιναν στην Αθήνα το 1896. Όμως
αποφασίστηκε, οι Ολυμπιακοί Αγώνες να πραγματοποιηθούν στην Αμερική
και συγκεκριμένα στην Ατλάντα και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2000 να
πραγματοποιηθούν στην Αυστραλία, στο Σίδνευ. Η Αθήνα εντωμεταξύ, από το
1996 είχε ξεκινήσει να προετοιμάζεται, για να διεκδικήσει τους Ολυμπιακούς
Αγώνες του 2004. Ο τότε Πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, είχε αναθέσει
στην Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη, να ετοιμάσει τον φάκελο διεκδίκησης
των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
Μεγάλο ρόλο στην απήχηση της προσφοράς έπαιξε η έμφαση στον
ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν η Ελλάδα και η Αθήνα στην
προώθηση του Ολυμπισμού, του Ολυμπιακού Κινήματος και Πνεύματος.
Επίσης, μεγάλη εντύπωση έκανε το γεγονός ότι η προσφορά επαινέθηκε για
την ταπεινότητα, την σοβαρότητα, αλλά και την λεπτομερή ιδεολογία της.
Μεγάλη ώθηση στην υποψηφιότητα της Αθήνα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες
του 2004 έδωσε και η ομολογουμένως από πολλούς εκπροσώπους κρατών
από όλο τον κόσμο, άρτια από κάθε πλευρά, διοργάνωση του Παγκόσμιου
Πρωταθλήματος Στίβου Αθήνα 1997, που πραγματοποιήθηκε από 01 έως 10
Αυγούστου 1997 στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Ολυμπιακό Αθλητικό
Κέντρο Αθηνών (Ο.Α.Κ.Α) και στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
Ήταν 05 Σεπτεμβρίου 1997 και στην έδρα της Διεθνούς Ολυμπιακής
Επιτροπής (Δ.Ο.Ε) στη Λωζάνη της Ελβετίας, συνεδριάζουν τα μέλη της
Δ.Ο.Ε για να αποφασίσουν ποια πόλη θα αναλάβει την διεξαγωγή των
Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τελικοί αντίπαλοι της Αθήνας ήταν το Κέιπ
Τάουν της Νότιας Αφρικής, το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, η Στοκχόλμη
της Σουηδίας και η Ρώμη της Ιταλίας.
Στην πρώτη ψηφοφορία Κέιπ Τάουν και Μπουένος Άιρες είχαν τις
λιγότερες ψήφους. Στη συνέχεια της διαδικασίας αποκλείστηκε η Στοκχόλμη
και στην Τελική ψηφοφορία η Αθήνα επικράτησε της Ρώμης με 66 – 41
ψήφους. Αμέσως μετά ο πρόεδρος της Δ.Ο.Ε Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ
ανοίγει τον φάκελο και ακούγεται η πόλη μας… ΑΘΗΝΑ. Τα μέλη της
επιτροπής διεκδίκησης και όλοι οι Έλληνες σε ολόκληρη την Ελλάδα
πανηγυρίζαμε. ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΜΕ…!!! Πετύχαμε τον στόχο, γιατί ήμασταν
ενωμένοι μπροστά στον κοινό στόχο που ήταν η διεκδίκηση των Ολυμπιακών
Αγώνων του 2004, με προγραμματισμό και μεθοδικότητα.
Μετά τον θρίαμβο της ανάθεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην
Αθήνα, δεν ήρθε η επιβράβευση της κυρίας Αγγελοπούλου, με τη μη ανάληψη
της διοργάνωσης τους από την ίδια. Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης,
ανέθεσε την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 στον
Κωνσταντίνο Μπακούρη, ο οποίος ήταν ένας διεθνώς καταξιωμένος
τεχνοκράτης και πολιτικά άχρωμος. Ο Κωνσταντίνος Μπακούρης είχε κερδίσει
την εμπιστοσύνη και την στήριξη όλων των μελών της Δ.Ο.Ε, προεξάρχοντος
του Ζακ Ρογκ, καθώς και των περισσότερων μελών της Συντονιστικής
Επιτροπής της Δ.Ο.Ε (Αθάνατοι, μέλη των Εθνικών Ολυμπιακών Επιτροπών
και των Παγκόσμιων Ομοσπονδιών).
Στις 20 Απριλίου 2000 στην Λωζάνη, κατά την ολοκλήρωση της κοινής
συνεδρίασης της Δ.Ο.Ε με την Παγκόσμια Ομοσπονδία Κλασικού Αθλητισμού,
ο Σάμαρανκ μας βγάζει «Κίτρινη Κάρτα» όσο αφορά την πρόοδο των έργων
και γενικότερα την πορεία της προετοιμασίας. Ήταν θέμα χρόνου η αλλαγή
του Κωνσταντίνου Μπακούρη. Στις 04 Ιουλίου 2000 αντικαταστάθηκε από την
Γιάννα Αγγελοπούλου.
Από αυτό το σημείο και μετά έγιναν αλλαγές στην οργάνωση και στα
χρονοδιαγράμματα με αποτέλεσμα να υπάρξει επιτάχυνση της προετοιμασίας.
Είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος, αλλά όλα ήταν έτοιμα στο παρά ένα. Στις 13
Αυγούστου 2004 στις 20:45 το βράδυ στο Ολυμπιακό Στάδιο τα φώτα
αναβόσβηναν ρυθμικά και ακουγόταν ο χτύπος της καρδιάς μετρώντας
αντίστροφα από το 28, όσοι ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες που είχαν
πραγματοποιηθεί μέχρι τότε. Στο 0 ακούστηκε από τις ηχητικές εγκαταστάσεις:
«ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ». Οι
Ολυμπιακοί Αγώνες Αθήνα 2004 ήταν πλέον γεγονός. Είχαν ξεκινήσει.
Κατά την τελετή έναρξης αποδόθηκαν με τον πιο όμορφο τρόπο, η
ιστορία της Ελλάδας, ο ελληνικός πολιτισμός, τα Ολυμπιακά Ιδεώδη και το
Ολυμπιακό Πνεύμα. Ήταν, ομολογουμένως, μια από τις καλύτερες τελετές
έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διήρκεσαν από τις 13
έως τις 29 Αυγούστου 2004. Μέλη της Δ.Ο.Ε, μέλη της Παγκόσμιας
Ομοσπονδίας Κλασικού Αθλητισμού και όλων των άλλων ομοσπονδιών,
αθλητές, τουρίστες, δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο, είχαν να πουν τα
καλύτερα λόγια για την οργάνωση, τους εθελοντές, τη φιλοξενία, τις
εγκαταστάσεις και γενικά για όλη την διοργάνωση. Ήταν από τις λίγες φορές,
που όλοι εκφράζανε θετικά σχόλια κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών
Αγώνων και δεν περιμέναμε να ακούσουμε στην τελετή λήξης τον Ζακ Ρογκ,
τον τότε πρόεδρο της Δ.Ο.Ε να λέει, το τυπικό που λένε όλοι οι πρόεδροι της
Δ.Ο.Ε κατά τις τελετές λήξης: «Ήταν οι καλύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες».
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες μας άφησαν σημαντικές επενδύσεις σε
υποδομές και κυρίως σε μεταφορικές υποδομές. Κάποιες από αυτές τις
επενδύσεις είναι ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», η
επέκταση των γραμμών του Μετρό, ο Προαστιακός Σιδηρόδρομος, η Αττικής
Οδός, το Τραμ, η βελτίωση των υποδομών του λιμένος Πειραιώς και πολλές
βελτιώσεις οδικών αξόνων και συνδέσεων.
Οι επιπτώσεις των Ολυμπιακών Αγώνων στο αστικό συγκρότημα θα
έπρεπε να προσεγγισθούν με βάση τις τέσσερις παρακάτω φάσεις της
αναπτυξιακής διαδικασίας των Ολυμπιακών Αγώνων:
1) Την φάση της προετοιμασίας.
2) Την φάση κατασκευής και οργάνωσης.
3) Την φάση της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων (13-29
Αυγούστου 2004) και
4) Την μετα-Ολυμπιακή φάση.
Στην πρώτη φάση δημιουργήθηκαν σημαντικά οφέλη με την δημιουργία
θέσεων εργασίας στον κατασκευαστικό κλάδο και στις υπηρεσίες. Κατά την
περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων οφέλη υπήρξαν με την πρόσκαιρη
συμμετοχή απασχολούμενων στις δραστηριότητες – υπηρεσίες και η
δραστηριοποίηση επιχειρήσεων σε διάφορα πεδία που σχετίζονταν άμεσα ή
έμμεσα με τους αγώνες. Η περίοδος που άφησε τα μεγαλύτερα κενά και
έλειψε κάθε συγκροτημένη στρατηγική παρέμβαση, ήταν η μετα-Ολυμπιακή.
Αρνητική παράμετρο του όλου εγχειρήματος, αποτελεί η διαχείριση των
Ολυμπιακών κτιρίων, εγκαταστάσεων και υποδομών κατά τη μετα-Ολυμπιακή
περίοδο, όπου η Αθήνα βρέθηκε με υπερπροσφορά αποθεμάτων, κυρίως
αθλητικών χρήσεων, για τα οποία δεν είχαν οριστεί οι μισθωτές και οι
αγοραστές τους. Σε καμία περίπτωση δεν πραγματοποιήθηκε μελέτη για τη
μετα-Ολυμπιακή χρήση των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων σε σχέση με τις
τοπικές κοινότητες. Με άλλα λόγια, τα Ολυμπιακά έργα, ήταν τεχνικά
επιτεύγματα, τα οποία δεν ενσωματώθηκαν σε μια αστική στρατηγική, ούτε
συνδέθηκαν με προγραμματισμένες προτάσεις ιδιωτικοοικονομικής
εκμετάλλευσης.
Κατά αυτόν τον τρόπο, το όλο εγχείρημα, οδηγήθηκε σε μια μετα-
Ολυμπιακή αδράνεια, με σωρεία αποφάσεων που μεταβιβάζουν
εγκαταστάσεις και κτίρια σε δημόσιους φορείς και ομοσπονδίες ή τα
παραχωρούν για ιδιωτική εκμετάλλευση με μακροχρόνιες συμβάσεις. Το
μεγαλύτερο, όμως, μέρος του κτιριακού αποθέματος παραμένει σε
εγκατάλειψη, αντιμετωπίζοντας αυξημένο κόστος συντήρησης. Η διαχείριση
των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων βρίσκεται στην αρμοδιότητα της Εταιρείας
Ακινήτων Ελληνικού Δημοσίου (ΕΤΑΔ Α.Ε), που δημιουργήθηκε από τη
συγχώνευση των «Κτηματική Εταιρεία Δημοσίου Α.Ε.», «Ελληνικά Τουριστικά
Ακίνητα Α.Ε.», «Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε.» και εν μέρει του Ταμείου
Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσία Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε.)
Στο 9 ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών που πραγματοποιήθηκε στις
10 – 13 Απριλίου 2024, ο νυν πρόεδρος της Δ.Ο.Ε Τόμας Μπαχ, αναφέρθηκε
στην Ελλάδα ως διαχρονικό σύμβολο των Ολυμπιακών Αγώνων, λέγοντας ότι:
«Πάνω από 3000 χρόνια ο καταπληκτικός ελληνικός πολιτισμός έδωσε ένα
δώρο στην ανθρωπότητα, τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είμαστε ευγνώμονες
στους Έλληνες, γι’ αυτό οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ένας θεσμός που
λατρεύουν εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Με την αναβίωση των
αγώνων το 1896 ο Πιερ Ντε Κουμπερτέν εξασφάλισε ότι αυτή η κληρονομιά
θα συνεχιζόταν. Η Ελλάδα θα έχει πάντα ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας και
στην δική μου καρδιά».
Εξήρε τη συμβολή όλων των Ελλήνων και ιδιαίτερα των εθελοντών σε
αυτή τη μεγάλη προσπάθεια. Επεσήμανε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες έφεραν
την ενότητα και έδωσαν ένα μάθημα ότι ο Έλληνας θα είναι πάντα Έλληνας
και ότι θα συνεχίσει να ενισχύει αυτό το δώρο της Ελλάδας στην
ανθρωπότητα. Τέλος χαρακτήρισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004
«αξέχαστους και ονειρεμένους αγώνες» και ότι δικαίως θεωρούνται η
επιστροφή στις ρίζες, γιατί μέσω αυτών συνδέθηκε η αρχαία κληρονομιά με τη
σύγχρονη πραγματικότητα.
Η Γιάννα Αγγελοπούλου λαμβάνοντας τον λόγο είπε: « Όλα αυτά τα
χρόνια συναντώ ανθρώπους και μου λένε για το 2004: «Ήμουν και εγώ εκεί»,
με καμάρι, περηφάνια και συγκίνηση. Πρέπει να πάμε πέρα, όμως, από τη
συγκίνηση. Η Ελλάδα πρώτον διεκδικούσε για δεύτερη φορά σε 10 χρόνια και
έπρεπε να αλλάξουμε τη βάση της διεκδίκησης και την εικόνα της χώρας μας
στο εξωτερικό. Δεν τους διεκδικούσαμε με κληρονομικό δικαίωμα, αλλά με
βάση το ότι θα διοργανώσουμε τους καλύτερους Αγώνες. Δεν μας πίστευαν,
δεν ήταν εύκολο να τους πείσουμε, αλλά τους πείσαμε. Δεύτερον, η Ελλάδα
ήταν η μικρότερη χώρα που ανέλαβε να διοργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες
και πέτυχε. Άφησε ένα manual οργανωτικής αριστείας, καλής λειτουργίας,
συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού φορέα, το οποίο δεν πρέπει να
μείνει αναξιοποίητο. Και τρίτον, οι αγώνες πέτυχαν γιατί έγιναν εθνική
υπόθεση, στοίχημα κάθε Ελληνίδας και κάθε Έλληνα. Αν δεν ήταν εκείνοι, δεν
θα φτάναμε ούτε στην τελετή έναρξης».
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, ομολογουμένως, ήταν από τους
καλύτερους όσο αφορά την οργάνωση, τους εθελοντές, τα Ολυμπιακά Έργα,
τη φιλοξενία κλπ. Αρνητικό αποτύπωμα άφησαν όσο αφορά τη μετα-
Ολυμπιακή χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων, μιας και δεν υπήρχε
προγραμματισμός γι’ αυτή. Όμως ποτέ δεν είναι αργά για την αξιοποίηση της
Ολυμπιακής Κληρονομιάς, των υποδομών, της τεχνογνωσίας, των χιλιάδων
ανθρώπων που εκπαιδεύτηκαν. Ίσως αυτοί οι άνθρωποι είναι η «ζύμη» που
θα καταφέρει να ενώσει τις Ελληνίδες και τους Έλληνες σε έναν άλλο κοινό
στόχο. Πιο σημαντικό. Ποιος είναι αυτός…; ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗΝ
ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ!!!
ΠΗΓΕΣ:
https://olympicwinners.gr/%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF
https://tvxs.gr/politismos/vivlio/olympiakoi-2004-o-akiryktos-polemos
Βασίλης Δεμενόπουλος – Ιδρυτικό μέλος του
Κινήματος Πολιτών ”ΠΡΩΤΑ Η ΕΛΛΑΔΑ”