Από τη δημιουργία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους (1830) οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας πέρασαν από πολλές φάσεις έντασης, σύγκρουσης, ύφεσης αλλά και συνεργασίας. Για να μπορέσει κανείς να αποκρυσταλλώσει μια γνώμη και να εφαρμόσει μια ελληνοκεντρική στρατηγική έναντι της Τουρκίας θα πρέπει κατ’ αρχήν να μελετήσει την κουλτούρα, τη δομή και τη μακροχρόνια στρατηγική του τουρκικού βαθέως κράτους. Θα επιχειρήσουμε μια αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν για να δούμε ποιο είναι το προφίλ της σημερινής Τουρκίας.
Με το τέλος του ψυχρού πολέμου, η Τουρκία μεταφέρθηκε από την περιφέρεια στο κέντρο της Ευρασιατικής ασφαλείας εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης και του πληθυσμού της. Με έκταση και πληθυσμό μεγαλύτερο από τη Γαλλία η Τουρκία έγινε μια σημαντική ευρασιατική δύναμη. Εκτεινόμενη από την Θράκη και το Αιγαίο στα δυτικά και τον Καύκασο στα ανατολικά, η Τουρκία ελέγχει την ηπειρωτική οδό από την Ευρώπη στη Μέση Ανατολή και τους θαλάσσιους δρόμους ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Μεσόγειο.
Πως βλέπουν μετά τον ψυχρό πόλεμο την χώρα τους οι διαμορφωτές των πολιτικών ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής φαίνεται από την ορολογία που χρησιμοποιούν για να τονίσουν, κάποιες φορές σε υπερβολικό βαθμό, την γεωστρατηγική της σημασία: «Η Τουρκία βρίσκεται σε θέση κλειδί για την Ευρασία», «είναι η γέφυρα στο κέντρο του νησιού που λέγεται κόσμος», «από τα δεκαέξι συγκρουσιακά σενάριο του ΝΑΤΟ, τα δεκατρία εκτυλίσσονται γύρω από την Τουρκία», «η Τουρκία παράγει στρατηγική και ασφάλεια στην περιοχή της» κλπ.[1] Η ανάδυση της Τουρκίας πέρα από την γεωστρατηγική σημασία της οφείλεται και στην επιτυχία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που άρχισαν στη δεκαετία του 1980 και στην οικονομική εξάπλωση που ακολούθησε. Σε μια περιοχή με χρόνια κακή οικονομική διαχείριση και αργή ανάπτυξη, η Τουρκία αποτελεί μια σημαντική δύναμη ακόμη και μετά τις οικονομικές κρίσεις που έπληξαν τη χώρα το 2001-2 και του 2008. Με ΑΕΠ 819 δις δολάρια, η τουρκική οικονομία είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από αυτήν της Αιγύπτου και έχει το μέγεθος όλων μαζί των βαλκανικών χωρών. Ο συνδυασμός φυσικών και ανθρώπινων πόρων έφεραν την Τουρκία σε μία μοναδική θέση. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης προσέφερε στη χώρα μεγάλες πολιτικές και οικονομικές δυνατότητες. Αυτό το γεγονός φυσικά είχε και την επίδραση του στις εξωτερικές σχέσεις της Τουρκίας.
[1]Ιλχάν Ουζγκέλ, Ο Τουρκικός Στρατός, επ. , Αχμέτ Ινσέλ και Αλί Μπαϊράμογλου, (Αθήνα: εκδ. Βιβλιόραμα, 2007)319
Από το 1989 η τουρκική ατζέντα εξωτερικής πολιτικής επεκτάθηκε δραματικά. Οι Τούρκοι ανακάλυψαν τους ομοεθνείς τους στον Καύκασο, τα Βαλκάνια και την κεντρική Ασία, καθώς και την κληρονομιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η Τουρκία βρέθηκε σε ένα ασταθές και δύσκολο περιβάλλον κρατών με εθνικές και θρησκευτικές διαμάχες. Αλλά και η ίδια συνεισέφερε στην περιφερειακή αστάθεια αρνούμενη να χειριστεί πολιτικά το Κουρδικό ή με την επιθυμία της να χρησιμοποιήσει βία στις εξωτερικές της σχέσεις. Αρνείται επίσης να υποβάλει τις διαφορές της με άλλες χώρες στη διεθνή διαιτησία, ενώ και ο ακτιβισμός της στο εξωτερικό όπως την περιοχή του Καυκάσου υπήρξε η αιτία δημιουργίας εντάσεων. Σε όλα αυτά να συμπεριλάβουμε και την μακροχρόνια ανάγκη της Τουρκίας να έχει μια «ταυτότητα» και «να ανήκει κάπου». Την ταυτότητα αυτή φαίνεται να την έχει βρει στο όραμα της επανασύστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όχι με την έννοια της γεωγραφικής επέκτασης, αλλά της επιρροής στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του πόλου συσπείρωσης των μουσουλμανικών πληθυσμών.
Ας δούμε πρώτα εν συντομία τα βασικά σημεία τριβής της χώρας μας με την Τουρκία για να καταλάβουμε το σημερινό περιβάλλον. Υφαλοκρηπίδα – ΑΟΖ: Η έναρξη της διαφοράς σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας τοποθετείται χρονικά στον Νοέμβριο του 1973, όταν η τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίων χορήγησε άδειες για διεξαγωγή ερευνών επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας δυτικά των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
Έκτοτε, οι επανειλημμένες τουρκικές απόπειρες παραβίασης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας επί της υφαλοκρηπίδας της έχουν αποτελέσει σοβαρότατο σημείο τριβής στις διμερείς σχέσεις, φέρνοντας τις δύο χώρες ακόμα και στο χείλος ένοπλης σύγκρουσης (1974, 1976, 1987, 2018, 2020).
Το 1976, η Ελλάδα έφερε το θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, λόγω της σοβαρότητάς του, και παράλληλα προσέφυγε μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία δεν την ακολούθησε, επικαλούμενη τη μη αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από αυτήν. Το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία του ζητήματος για τυπικούς λόγους, λόγω έλλειψης αρμοδιότητας.
Οι δύο χώρες άρχισαν διαπραγματεύσεις για το θέμα της υφαλοκρηπίδας τον Νοέμβριο του 1976, συνυπογράφοντας το γνωστό ως Πρακτικό της Βέρνης, το οποίο έθετε το πλαίσιο του διαλόγου. Ο διάλογος, όμως, τερματίσθηκε άπρακτος το 1981, λόγω των συνεχών παλινδρομήσεων και της αδιάλλακτης στάσης της Τουρκίας, οπότε εξέπνευσε παράλληλα και το Πρακτικό της Βέρνης, το οποίο αφορούσε τις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις και επομένως η ισχύς και η διάρκειά του τελούσαν σε άμεση συνάρτηση με εκείνες.
Τον Μάρτιο του 2002, στο πλαίσιο της διαδικασίας της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης που εγκαινιάσθηκε το 1999, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε μια διαδικασία εμπιστευτικών Διερευνητικών Επαφών, με σκοπό να διερευνηθεί εάν και κατά πόσον υπάρχει κοινό έδαφος και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαπραγματεύσεων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταλήξουν σε συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα. Οι εν λόγω Διερευνητικές Επαφές είχαν διακοπεί το 2016 με υπαιτιότητα της Τουρκίας. Μετά την αποκλιμάκωση που ακολούθησε τις εντάσεις του δεύτερου μισού του 2020, που είχαν προκληθεί από την Τουρκία, οι Διερευνητικές Επαφές ξεκίνησαν εκ νέου τον Ιανουάριο του 2021. Έχουν ήδη πραγματοποιηθεί 62 γύροι.
Σε περίπτωση που διαφανεί ότι δεν καθίσταται δυνατή η εξεύρεση κοινού εδάφους εντός εύλογου χρόνου, η πάγια θέση της Ελλάδας, η οποία συνάδει απολύτως με το διεθνές δίκαιο και έχει τεθεί και ως κριτήριο στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, είναι η παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ), προκειμένου να μη διαιωνισθεί η διαφορά. Δεδομένου, όμως, ότι η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει τη γενική υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, απαιτείται ειδική συμφωνία (συνυποσχετικό) που θα αποτελέσει τη νομική βάση για τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ.
Οι θέσεις της Ελλάδας επί της ουσίας του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας και των ορίων αυτής, βασίζονται στις προβλέψεις του ισχύοντος δικαίου της θαλάσσης, συμβατικού και εθιμικού και είναι οι εξής:
• Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει κυριαρχικά δικαιώματα του παρακτίου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας, το εύρος της οποίας είναι τουλάχιστον 200 ν.μ., εφόσον το επιτρέπει η απόσταση μεταξύ των αντικειμένων ακτών. Τα δικαιώματα αυτά του παρακτίου κράτους υφίστανται ipso facto και ab initio. Η Ελλάδα κύρωσε την ως άνω Σύμβαση με τον Ν. 2321/1995, που βάσει του Συντάγματος υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, αλλά και ως νεώτερος νόμος κατισχύει παντός παλαιότερου.
• Σύμφωνα με το άρθρο 121 (2) της Σύμβασης Δικαίου της Θάλασσας, όλα τα νησιά δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) και υφαλοκρηπίδας. Οι ζώνες αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της Σύμβασης, όπως αυτές εφαρμόζονται στις ηπειρωτικές περιοχές. Ο γενικός αυτός κανόνας αποτελεί και εθιμικό δίκαιο, δεσμεύει, δηλαδή, και τα κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα στη Σύμβαση. Κατ’ εφαρμογή του κανόνα αυτού, όλα τα ελληνικά νησιά, σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας, έχουν υφαλοκρηπίδα.
• Στο πλαίσιο αυτό, ζήτημα οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας τίθεται μόνον μεταξύ των αντικείμενων ακτών των ελληνικών νησιών που βρίσκονται απέναντι από την Τουρκία και των τουρκικών ακτών.
• Ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, πάγια θέση της χώρας μας αποτελεί ότι η οριοθέτηση όλων των θαλασσίων ζωνών, συμπεριλαμβανομένης της υφαλοκρηπίδας, θα πρέπει να γίνει με βάση την αρχή της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής.
Τέλος, για να έχει ρόλο στον καθορισμό της ΑΟΖ ένα νησί θα πρέπει να έχει οικονομική δραστηριότητα, δηλαδή να κατοικείται.
Αιγιαλίτιδα ζώνη. Το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας ορίστηκε το 1936 στα 6 ναυτικά μίλια από την ακτή. Διατηρήθηκε, εντούτοις, ρητώς το όριο των 10 ναυτικών μιλίων αιγιαλίτιδας ζώνης όσον αφορά στον εναέριο χώρο, βάσει της προγενέστερης νομοθεσίας.
Βάσει εθιμικού κανόνα του Δικαίου της Θάλασσας, που ενσωματώνεται και στη Σύμβαση των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Ελλάδα δικαιούται να επεκτείνει μέχρι τα 12 ν.μ. την αιγιαλίτιδα ζώνη της.
Το δικαίωμα επέκτασης του ορίου της αιγιαλίτιδας ζώνης μέχρι τα 12 ν.μ. είναι κυριαρχικό και ασκείται μονομερώς και κατά συνέπεια δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό ή εξαίρεση και δεν επιδέχεται αμφισβητήσεως από τρίτα κράτη (το άρθρο 3 της Σύμβασης, που ενσωματώνει κανόνα εθιμικού δικαίου, ουδένα περιορισμό ή εξαίρεση ως προς το δικαίωμα αυτό θέτει). Η συντριπτική πλειοψηφία των παράκτιων κρατών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έχει προσδιορίσει το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. Η ίδια η Τουρκία έχει επεκτείνει, ήδη από το 1964, την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12 ν.μ. στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο.
Η Ελλάδα κατά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας (Ν. 2321/1995) δήλωσε ρητά ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει σε οιοδήποτε χρόνο το δικαίωμά της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ν.μ.
Ως αντίδραση προς τη νόμιμη αυτή θέση της Ελλάδας, η τουρκική Βουλή εξουσιοδότησε με ψήφισμά της (8/6/1995) την τουρκική κυβέρνηση, εν λευκώ και στο διηνεκές, να κηρύξει πόλεμο (casusbelli) στην Ελλάδα (εξουσιοδότηση για χρήση και στρατιωτικών μέσων κατά της Ελλάδος), σε περίπτωση που η τελευταία επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ.
Η συμπεριφορά αυτή της Τουρκίας παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί απαγόρευσης χρήσης ή απειλής χρήσης βίας (άρθρο 2, παρ. 4), περί ειρηνικής επίλυσης (άρθρο 2, παρ. 3) και περί καλής γειτονίας και ειρηνικής συνύπαρξης (Προοίμιο).
Παράλληλα, δυναμιτίζει τη συμμαχική σχέση που οφείλουν να έχουν κράτη που μετέχουν στην ίδια Συμμαχία και αντίκειται στις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται το ΝΑΤΟ (άρθρα 1 και 2 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου).
Η άρση του casus belli έχει συμπεριληφθεί μεταξύ των βασικών κριτηρίων για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, στο πλαίσιο της υποχρέωσής της για πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας που αποτελεί θεμέλια αρχή πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτονόητο ότι ένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος δεν είναι δυνατόν να απειλεί με πόλεμο άλλο κράτος και πολύ περισσότερο ένα μέλος της ΕΕ και μελλοντικό εταίρο.
Αποτελεί, επίσης, αναγκαία προϋπόθεση για την ουσιαστική βελτίωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και τη μείωση της έντασης. Είναι προφανές ότι οι προσπάθειες εξομάλυνσης των σημείων τριβής και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών δεν μπορούν να ευοδωθούν υπό το κράτος απειλής πολέμου.
Εθνικός εναέριος χώρος. Η κυριαρχία της Ελλάδας στον αέρα ασκείται εντός 10 ν.μ. από τις ακτές της (δυνάμει του Διατάγματος της 6ης Σεπτεμβρίου 1931 (το οποίο όρισε προς τούτο ειδική αιγιαλίτιδα ζώνη 10 ν.μ. από τις ακτές της), σε συνδυασμό με τους νόμους 5017/1931, 230/1936 και 1815/1988). Η Ελλάδα, ως κυρίαρχο κράτος, επέλεξε να ασκεί κυριαρχία στον αέρα μέχρι το όριο των 10 ν.μ. των χωρικών της υδάτων που όρισε το 1931, όσον αφορά τα ζητήματα αεροπορίας και αστυνομεύσεως αυτής, ενώ στη θάλασσα επέλεξε να ασκεί κυριαρχία μέχρι τα 6 ν.μ. (Ν. 230/1936 και Ν.Δ. 187/1973).
Η Τουρκία παραβιάζει συνεχώς τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο με στρατιωτικά αεροσκάφη, συχνότατα οπλισμένα, τα οποία πραγματοποιούν και πτήσεις σε χαμηλό ύψος ακόμη και άνωθεν κατοικημένων νησιών.
Η συμπεριφορά αυτή της Τουρκίας, συνιστά κατάφωρη παραβίαση της ελληνικής κυριαρχίας και δύναται να προκαλέσει θερμό επεισόδιο. Ο ισχυρισμός της Τουρκίας περί αντιθέσεως του εύρους του ελληνικού εθνικού εναερίου χώρου προς το διεθνές δίκαιο είναι αβάσιμος για τους εξής λόγους:
α) δεδομένου ότι ο «δικαιούμενος το μείζον, δικαιούται και το έλασσον», η άσκηση κυριαρχίας στον εναέριο χώρο μέχρι τα 10 ν.μ. είναι απολύτως νόμιμη, αφού δεν υπερβαίνει τα 12 ν.μ. που ορίζει το δίκαιο της θάλασσας ως ανώτατο όριο του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εθνικού εναέριου χώρου,
β) η Ελλάδα έχει προβεί στη γνωστοποίηση της ανωτέρω νομοθεσίας,
γ) η Τουρκία, από το 1931 και για πολλές δεκαετίες αποδεχόταν το εύρος των 10 ν.μ. του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου χωρίς ουδεμία διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση, γεγονός που θεμελιώνει κατά το διεθνές δίκαιο σιωπηρή αποδοχή. Το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόσθηκε από το 1931 ομοιόμορφα, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία όσον αφορά στη νομική του βάση.
Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Μέχρι το 1971, η Σχολή υπαγόταν απ’ ευθείας στο Υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας και το καθεστώς της το ρύθμιζε ο «Κανονισμός λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης». Αυτός εγκρίθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1951 με απόφαση του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας της Τουρκίας, και τον επικύρωσε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 5 Οκτωβρίου 1951. Τέθηκε σε εφαρμογή στις 3 Οκτωβρίου 1953. Οι τουρκικές αρχές διέκοψαν τη λειτουργία της το 1971, με πρόσχημα την απαγόρευση από την τουρκική νομοθεσία, της ιδιωτικής ανώτατης θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αλλά ο ίδιος ο εγκεκριμένος από τις αρχές Κανονισμός λειτουργίας της, την χαρακτηρίζει επαγγελματική σχολή, η οποία παρέχει εκπαίδευση τουλάχιστον ενός έτους μετά το λύκειο.
Πάγιο αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η επαναλειτουργία της Σχολής υπό το, προ του 1971, καθεστώς. Το αίτημα αυτό έχει διατυπωθεί επισήμως και κατ’ επανάληψιν. Το Πατριαρχείο επιθυμεί τη φοίτηση σε αυτή όλων των ορθοδόξων, ανεξαρτήτως ιθαγενείας. Επίσης, επιθυμεί να διδάσκουν σε αυτή και μη τουρκικής ιθαγένειας καθηγητές, όπως συνέβαινε και παλαιότερα. Με τον τρόπο αυτό, η Σχολή θα διατηρήσει την αυτονομία της και θα αποφευχθεί η δημιουργία προβλημάτων εκκοσμίκευσης, που είναι αντίθετη στην αληθή φύση της Σχολής ως Θρησκευτικού Σεμιναρίου προπαρασκευής για το στάδιο της ιεροσύνης.
Η επαναλειτουργία της Σχολής αποτελεί κατ’ ουσίαν υποχρέωση της Τουρκίας έναντι των πολιτών της, τα θρησκευτικά δικαιώματα των οποίων σαφώς παραβιάζονται από την, επί τέσσερεις, περίπου, δεκαετίες, υποχρεωτική διακοπή της λειτουργίας της. Συγκεκριμένα, προσβάλλεται ευθέως το δικαίωμα μίας Εκκλησίας να εκπαιδεύει τους κληρικούς της, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάννης, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άλλων διεθνών κειμένων, που αναφέρονται στα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα και δεσμεύουν την Τουρκία. Το θέμα συνιστά σημαντικό σημείο στο κεφάλαιο των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες πρέπει να επέλθουν για την βελτίωση της καταστάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Τουρκία και στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής της, και καταγράφεται σε όλα τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. βλ. ετήσιες Εκθέσεις Προόδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Αναμένεται δε να συνεχίσει να απασχολεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Παρά τις διεθνείς παραινέσεις, η Τουρκία δηλώνει ότι εξετάζει μεν την διαδικαστική μεθόδευση για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, χωρίς όμως να φαίνεται να προχωρεί σε συγκεκριμένα προς τούτο βήματα.
Αφού εξετάσαμε τα βασικότερα προβλήματα (όλα τα υπόλοιπα θεωρούμε ότι είναι απόρροια των προηγουμένων) για την εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών, ας δούμε λίγο τα γεγονότα και τις όποιες προσπάθειες επίλυσής τους.
Με το πλέγμα των Συμφωνιών της Λωζάννης (1923) τερματίσθηκε μία οδυνηρή, και για τον Ελληνισμό της Τουρκίας, δεκαετής πολεμική περίοδος. Το εν λόγω πλέγμα συμφωνιών, που συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, αποτελεί το βασικό θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις και το εδαφικό καθεστώς των δύο χωρών, αλλά και το καθεστώς της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη και των μειονοτήτων στην Τουρκία, μεταξύ αυτών και της ελληνικής σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο καιΤένεδο.Η δεκαετία του ’30 χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειες των ηγετών των δύο χωρών, Ελευθερίου Βενιζέλου και Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, προς εγκαθίδρυση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.Ωστόσο, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970 κυριάρχησαν στις σχέσεις των δύο χωρών αφενός το Κυπριακό και αφετέρου οι διωγμοί κατά της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκία, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1955 και τις μαζικές απελάσεις του 1964, που είχαν ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό της.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 αρχίζει μια παρατεταμένη φάση έντασης στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, που διαρκεί μέχρι σήμερα, με δύο κύριους άξονες:
• Την προσπάθεια αναθεώρησης και μεταβολής από την Τουρκία του εδαφικού status quo που αποκρυσταλλώθηκε στη Λωζάννη και σε άλλες διεθνείς συνθήκες και του νομικού καθεστώτος του θαλάσσιου και εναέριου χώρου που πηγάζει από το διεθνές δίκαιο, με την έγερση αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων σε βάρος της κυριαρχίας, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας της Ελλάδας, και
• την εισβολή στην Κύπρο και την κατοχή, με στρατιωτικές δυνάμεις, του βόρειου τμήματός της (Ιούλιος 1974), η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Έκτοτε, οι σχέσεις των δύο χωρών ακροβάτησαν, ορισμένες φορές στο χείλος της ένοπλης σύγκρουσης (κρίση Μαρτίου 1987 και κρίση Ιμίων Ιανουαρίου 1996), με αφορμή τις αβάσιμες και αντίθετες με το Διεθνές Δίκαιο διεκδικήσεις και αμφισβητήσεις της Τουρκίας.
Το 1999, συνεκτιμώντας τα χρονίζοντα προβλήματα και με αφορμή τους καταστροφικούς σεισμούς που έπληξαν τις δύο χώρες, δρομολογήθηκε η διαδικασία της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης, η οποία στο διμερές επίπεδο κινήθηκε σε τρεις άξονες:
• Στην ανάπτυξη της διμερούς συνεργασίας στον τομέα της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», δηλαδή εκεί όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση του statusquo και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Άγκυρα (οικονομία και εμπόριο, τουρισμός, πολιτισμός, κοινωνία πολιτών κλπ.).
• Στη μείωση της έντασης, κυρίως της στρατιωτικής, με τη βελτίωση του ψυχολογικού κλίματος και των επαφών μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών σε διάφορα επίπεδα, μέσω της σταδιακής υιοθέτησης Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (MOE).
• Στη διερεύνηση, μέσω Διερευνητικών Επαφών, των δυνατοτήτων για μια συμφωνημένη διευθέτηση του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας/Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, την παραπομπή του θέματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η διαδικασία προσέγγισης εκφράστηκε και στο πλαίσιο της σταθερής υποστήριξης της ευρωπαϊκής προοπτικής της γείτονος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της πλήρους εφαρμογής των κριτηρίων της ΕΕ.
Από τον Οκτώβριο του 2009, ξεκίνησε μια προσπάθεια αναζωογόνησης της διαδικασίας της ελληνο-τουρκικής προσέγγισης. Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκε και ένας νέος μηχανισμός προώθησης και διάρθρωσης της συνεργασίας των δυο χωρών σε τομείς «χαμηλής πολιτικής», το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (High Level Cooperation Council, HLCC).
Από ελληνικής πλευράς επιδιώκεται συστηματικά και με συνέπεια αλλά μάλλον χωρίς αντίκρισμα η περαιτέρω εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Κυβέρνηση, αμέσως μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στη γείτονα στις 15 Ιουλίου 2016, εξέφρασε την υποστήριξή της προς τη δημοκρατικά εκλεγμένη τουρκική κυβέρνηση, καθώς και τις δημοκρατικές αρχές και το κράτος δικαίου στη γειτονική χώρα.
Οι συνεπείς προσπάθειες της ελληνικής πλευράς για την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας αντανακλώνται σε σειρά διμερών επισκέψεων και επαφών στο διάστημα 2017-2019 με πλέον σημαντική την επίσκεψη στη χώρα μας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας R.T. Erdoğan, στις 7 και 8 Δεκεμβρίου 2017, την πρώτη επίσκεψη Αρχηγού Κράτους της γείτονος μετά από 65 έτη. Επίσης, στις 5-6 Φεβρουαρίου 2019, ο Πρωθυπουργός Α. Τσίπρας επισκέφθηκε Άγκυρα και Κωνσταντινούπολη όπου είχε συνάντηση με τον κ. Erdoğan. Παρ’ όλα αυτά, η ένταση στις διμερείς σχέσεις κλιμακώθηκε εκ νέου κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2020, με την έξοδο του τουρκικού σεισμογραφικού σκάφους Oruç Reis για έρευνες σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, πλησίον του Καστελλορίζου, της Ρόδου και της Καρπάθου.Στο πλαίσιο της διαδικασίας επαναπροσέγγισης Ελλάδος-Τουρκίας μετά την αποκλιμάκωση της έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιήθηκαν στις 17.3.2021 πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των Υπουργείων Εξωτερικών των δυο χωρών. Στις 15.4.2021, ο Υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας επισκέφθηκε την Άγκυρα, όπου συναντήθηκε με τον Τούρκο ομόλογό του Μ. Çavuşoğlu, ο οποίος πραγματοποίησε ανταποδοτική επίσκεψη στην Αθήνα στις 31.5.2021.
Κατά τη συνάντηση των δύο Υπουργών Εξωτερικών στην Άγκυρα (15.4.2021), συμφωνήθηκε η πραγματοποίηση διαβουλεύσεων για την εκπόνηση ενός θετικού θεματολογίου επικεντρωμένου στις διμερείς οικονομικές και εμπορικές σχέσεις. Αποτέλεσμα ήταν η πραγματοποίηση δύο συναντήσεων μεταξύ του Υφυπουργού Εξωτερικών Κ. Φραγκογιάννη και του Τούρκου ΥΦΥΠΕΞ S. Önal στις 29.5.2021 στην Καβάλα και στις 16.6.2021 στην Αττάλεια.Επίσης, στις 14.6.2021 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο, στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ.Ωστόσο, παρά τις ενδείξεις αποκλιμάκωσης από την αρχή του 2021, η Τουρκία επανήλθε εκ νέου σε ενέργειες που δύνανται να προκαλέσουν ένταση στις διμερείς σχέσεις, όπως οι επανειλημμένες παρενοχλήσεις, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2021, από τουρκικές φρεγάτες του ερευνητικού πλοίου NauticalGeo που διενεργούσε έρευνες ανατολικά της Κρήτης, εντός οριοθετημένης ελληνικής ΑΟΖ, στο πλαίσιο του προγράμματος υλοποίησης του αγωγού φυσικού αερίου EastMed.
Κλείνοντας θα λέγαμε πως η Ελλάδα τάσσεται παγίως υπέρ του διαλόγου με την Άγκυρα με στόχο την διευθέτηση της μοναδικής ελληνοτουρκικής διαφοράς σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αυτή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, για τη διεξαγωγή διαλόγου είναι η αποχή από προκλητικές κινήσεις με διάρκεια και συνέπεια, καθώς και δέσμευση για πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των αρχών καλής γειτονίας. Εν κατακλείδι όμως, και για να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα του τίτλου, αν η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είναι ξεκάθαρη, σταθερή και σύμφωνη με τα συμφέροντα της χώρας, θα λέγαμε ότι θεωρητικά είναι έτσι, αλλά το πρόβλημα είναι κατά πόσο επικοινωνείται σωστά τόσο στα διεθνή foraκαι στις διεθνείς συσκέψεις αλλά και στις διμερείς συναντήσεις. Η αποφασιστικότητα όχι μόνο η βερμπαλιστική αλλά η μεταφραζόμενη σε πράξεις θα μας κάνει πιστευτούς στον διεθνή περίγυρο. Οι όποιες παλινωδίες μόνο σύγχυση προκαλούν, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην εσωτερική κοινή γνώμη. Κι εν πάσει περιπτώσει, έχουμε άπειρα παραδείγματα όπου αποδεικνύεται πως η Τουρκία «καταλαβαίνει» μόνο από αποφασιστικές κινήσεις που υποστηρίζονται από την ισχύ του στρατεύματος και το ομόθυμο του ελληνικού λαού.
Σωτήρης Μάκιος – Μέλος του
Νέου Εθνικά Ενιαίου Πολιτικού Σχηματισμού ΠΡΩΤΑ Η ΕΛΛΑΔΑ